#wncfam Tumblr posts

  • Γιατί κανείς δεν σε κατάλαβε όσο εγώ, ούτε το σκότος σου αγκάλιασε, μα άστο να πάει στον διάολο.

    View Full
  • Του χρόνου τέτοια μέρα ίσως και να είμαι καλά

    View Full
  • Λέει φεύγω για να μη μ’ αγαπάς πια δεν το αξίζω

    Λέω έχεις γνωρίσει εμένα και τον γέρο μου ποτέ

    ~Στρίψε το Μαχαίρι - Solmeister ft. Brando~

    @sikonebrando @solmeister13

    View Full
  • Εδώ Κείτονται Εκείνοι από το Σχίσμα

    Κοντεύω την είσοδο του κοιμητηρίου. Ο βασανιστικά ζεστός ήλιος των ημερών αυτών, κάνει την εμφάνισή του πίσω από τα ψηλά βουνά της οροσειράς, καθώς φωτίζει κάθε σκοτεινή γωνία. Οι αχτίδες αντανακλούν σε ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί, που φωτίζει με μιας τα ελάχιστα μνήματα που βρίσκονται τριγύρω. Ένα σταχτί κοράκι με περιμένει υπομονετικά στην καγκελόπορτα της εισόδου, οι οφθαλμοί του θυμίζουν δύο σφαίρες πύρινες και το ράμφος του, στην απόχρωση του κάρβουνου, στάζει αίμα. Πατάω το πόδι μου στο χώμα, το νιώθω να μουδιάζει, ενώ το κοράκι βγάζει ένα εκκωφαντικό κρώξιμο και εξαφανίζεται στον απόηχο μιας καμπάνας που πένθιμα χτυπά. Δεν δείχνουν πολλά να έχουν αλλάξει, μα τώρα με βλέμμα καθαρό, ο τάφος της αγαπημένης μου, περιτριγυρίζεται από τα μνήματα των συμπολεμιστών μου.

    Πριν λίγο έβρεχε, μα ετούτη η βροχή ήταν αλλιώτικη. Θύμιζε κρύσταλλα αιχμηρά που πέφτουν απαλά στο τραχύ έδαφος, γράφοντας στα λασπόνερα και τους νερόλακκους μια προφητεία. Σκύβω να κοιτάξω τον εαυτό μου καλύτερα στην αντανάκλαση του βρώμικου νερού που δεν λέει να ηρεμήσει. Τα χέρια μου ακουμπούν κάτω, γραπώνουν απότομα το έδαφος, νιώθω το χώμα ανάμεσα στα νύχια μου βρεγμένο και μαλακό. Κλείνω τα μάτια μου για δυο στιγμές, θυμίζει τα παγωμένα βράδια που ανοίγαμε τα χαρακώματα και σε κάθε γωνιά, με ψυχή κουρασμένη, κάθε ένα παιδί από το Σχίσμα έγραφε γράμμα στους δικούς του. Οι λέξεις εκείνες, οι επαναστατικές ιδέες και οι φιλοδοξίες, γραμμένες με το αίμα από τις χαραγμένες φλέβες των παιδιών, έγιναν το μεγαλύτερο μας όπλο ενάντια στον τύραννο και βασιλιά Εγωισμό. Οι λέξεις μας έγιναν η αιχμηρή λαβή του ξίφους, το οποίο έμελε να διασχίσει τον λαιμό του.

    Στέκομαι όρθιος. Κάτω από τα μαρμάρινα μνήματα που φωτίζει σε πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις ο ήλιος στον ορίζοντα, βρίσκονται τα παιδιά εκείνα που προτίμησαν το σκοτάδι του θανάτου, παρά αυτό της τυραννικής επικράτειας του Εγωισμού στο Χάρτινο Βασίλειο που εκείνα έμελλε να καταστρέψουν. Παιδιά που συνήθιζαν να υπεραναλύουν, που βρίσκονταν στο περιθώριο αποκλεισμένα και που το αίμα τους έβραζε σαν λάβα στο καζάνι, παράλληλα με το φλογερό επαναστατικό τους πνεύμα. Παιδιά που βρίσκονται μαζί μας ακόμα, σαν φύλακες άγγελοι στο πλευρό μας μέχρι και τον τελευταίο που θα πέσει στο πεδίο της μάχης, χάνοντας την τελευταία του σταγόνα αίμα.

    Ζυγώνω στην πρώτη μαρμάρινη επιγραφή. Εδώ κείτεται νεκρός ο Καλλιτέχνης της Απόδρασης, υιός του σοφού γέροντα που στο παρελθόν υπήρξε δάσκαλος του Λέοντα και του Εφιάλτη. Από τους πρώτους που βρέθηκαν κοντά μας στο πρώτο επαναστατικό κίνημα, θέλοντας να πάρει εκδίκηση για τον χαμό του πατέρα του, κι εκείνος που παρέμεινε μέχρι το τέλος. Στη βασιλική αυλή, οι φήμες τον ονόμαζαν κινητή καταστροφή αφού, καθώς από μικρός στην επανάσταση, γνώριζε και δημιουργούσε κάθε λογής τέχνασμα για να ξεγελάσει και να θανατώσει τους φρουρούς του βασιλιά. Μεγαλύτερο του όνειρο και προσδοκία, να δει την πολιτεία του Βασιλείου να τυλίγεται στις φλόγες, να καίγεται ολοσχερώς, κι ύστερα η ψυχή του πατέρα του εν ειρήνη να αναπαυθεί. Πάντοτε στην πρώτη γραμμή της μάχης, είχε την ικανότητα να ξεφεύγει από τα χτυπήματα κάθε λόγχης και λεπίδας και να οδηγεί τον ισχυρότερο αντίπαλο σε μειονεκτική θέση. Με τις κινήσεις του, και το αίμα των αντιπάλων του για χρώμα, ζωγράφιζε στο πεδίο της μάχης μέχρι και συνθήματα πλάι στις σωρούς των νεκρών πολεμιστών. Κέρδισε από την πρώτη κιόλας στιγμή, την εκτίμηση του πρίγκιπα Λέοντα, όσο και την απέχθεια του Εφιάλτη, που ένιωσε πως ο νεαρός επαναστάτης προσπαθούσε να πάρει τη θέση του δίπλα στον αδερφό του. Εκείνος όμως, δεν αποζητούσε τίποτα παρά μόνο εκδίκηση από το πρόσωπο του Εγωισμού, καθώς καρφώνοντας ένα στιλέτο στην επιφάνεια ενός ξύλινου τραπεζίου, δήλωσε πως εκείνος ήθελε να σπάσει σε χίλια κομμάτια την μάσκα του.

    Ακολουθεί το σκεπασμένο φέρετρο του Μίνωα, ένας έφηβος που αρνήθηκε να δεχτεί πως θα πεθάνει. Αδερφός του αυτόχειρα Προμηθέα, ως τελευταία του επιθυμία πριν ξεψυχήσει στα χέρια του Εφιάλτη που μέχρι και σήμερα είναι ματωμένα, ζήτησε με το αίμα του να γραφτεί στο πεδίο βολής η φράση Cool Kids Never Die, εις μνήμην δική του μα και του αδικοχαμένου του αδερφού. Όταν ο Προμηθέας βρέθηκε νεκρός, και αντίκρισε το, βαμμένο σε χρώμα πορφυρό κορμί του, δεν έριξε ούτε το ελάχιστο δάκρυ όπως ακριβώς ο ίδιος θα ήθελε, μα η όψη του έγινε χλωμά σκοτεινή κι έχασε το φως του. Μα η λέξη δειλιάζω δεν υπήρχε πλέον για αυτόν. Θεώρησε πως έπρεπε να κάνει υπερήφανο τον μεγάλο του αδερφό, που τώρα πια θα βρισκόταν κοντά στους γονείς τους, και πως θα έπαιρνε την πρώτη θέση πλάι μου να πολεμήσει υπέρ του Σχίσματος. Ο ίδιος δήλωνε κάθετα κάθε φορά που τον παρέσερνε το πιοτό, πως αρνείται να πεθάνει ύστερα από τον χαμό του Προμηθέα, εάν δεν του αποδώσει τους φόρους τιμής που του αξίζουν. Ξημέρωνε λοιπόν η μάχη στο σπήλαιο του Δράκοντα και τα παιδιά του Σχίσματος είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους στα χαρακώματα. Στα πλάγια μου, ο Μίνωας να συλλογιέται τον αδερφό του λίγες στιγμές πριν από την μάχη. Θα σε θυμόμαστε όλοι αδερφέ μου, τον άκουσα να ψιθυρίζει πριν το πρώτο κανόνι ηχήσει να ρίχνει βόλι στον αέρα. Μα η μάχη για εκείνον ήταν από την πρώτη στιγμή χαμένη, καθώς τον είδα να ορμά στο πεδίο της μάχης με μάτια βουρκωμένα.

    Σειρά έχει ένα μνήμα απλό και λιτό, σαν να μην ανήκει σε κάποιον από τους τιμημένους εκείνους πολεμιστές του Σχίσματος των χαμένων παιδιών. Την πέτρινη πλάκα στολίζει μονάχα ένα φύλλο ταλαιπωρημένο χαρτί, με μικρά σκισίματα στις άκρες του. Μέσα στης κάσας τα ξύλινα αυτά τοιχώματα, κείτεται ο Πεσών. Πολλοί από εσάς, ίσως ήδη τον γνωρίζετε. Είναι εκείνος που συνέθεσε το γράμμα πεσόντος στην ιστορία του Χάρτινου Βασιλείου, και λέω συνέθεσε καθώς οι λέξεις που στο χαρτί εκείνος χάραξε, πλέον αντηχούν στα αυτιά μου σαν ύμνος, σαν το τραγούδι της δικής του νίκης που εμείς ποτέ δεν έμελλε να δούμε. Χαμένος κι αυτός μέσα στο μεγάλο πλήθος που μαζευόταν στις κρυφές επαναστατικές συγκεντρώσεις, ένας μικρός συγγραφέας που έγραψε την τελευταία του υπόκλιση και την απέστειλε στην αγαπημένη του λίγες ώρες πριν από την μάχη, ένα γράμμα που εκείνη επέλεξε να τον συνοδεύσει στην άλλη ζωή, πλάι στην μαρμάρινη πλάκα που σκέπασε τον άψυχο κορμί του. Και κάπου ανάμεσα στα φαντάσματα που το βράδυ έπεται να στοιχειώσουν την πολιτεία του Βασιλείου, κάπου ανάμεσα στα φαντάσματα που στήνουν τον χορό του διαβόλου στους εφιάλτες του Εγωισμού, βρίσκεται και ο μικρός εκείνος επαναστάτης, που έδωσε την ζωή του για την ελευθερία των απογόνων του.

    Κάνω ένα δειλό βήμα μπροστά από ένα ταλαιπωρημένο μνήμα, το οποίο στολίζουν δεκάδες λουλούδια, ανάμεσα τους μαύρα ρόδα και κατακόκκινες τουλίπες. Κοιτώ διστακτικά την σπασμένη κορνίζα που κοσμεί τον τάφο και αντικρίζω τα κατάμαυρα μάτια του πρωτότοκου υιού του βασιλιά, του αγαπητού μου αδελφού και συμπολεμιστή ως το τέλος, πρίγκιπα Λέοντα. Ακόμα ένας χαμένος αυτόχειρας, που δεν πρόλαβε να δώσει την μάχη των Μαρμάρινων Καρδιών και να εκπληρώσει τη μεγαλύτερη του φιλοδοξία, να βάλει φωτιά στο παρασκήνιο και το όνομα του βασιλιά να ακουστεί σαν κατάρα, πριν ο ίδιος τον θανατώσει μπροστά στα μάτια των υπηκόων του. Η ιστορία του νεκρού πρίγκιπα παρόλα αυτά, δεν είχε άδοξο τέλος. Όντας άλλος ένας από το Σχίσμα, θέλησε να ηγηθεί της επανάστασης και ο θάνατος του αποδείχθηκε η μόνη διαφυγή. Ο χορός με τον διάβολο στον ποταμό του Αχέροντα είναι κάτι που δύσκολα μαθαίνεται, αν δεν έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα του χαμού σου. Έτσι άφησε ένα γράμμα τελευταίο και έδωσε τέλος στη ζωή του, κι αυτό γιατί κατάλαβε το σφάλμα του να ψάχνει στην ιδέα της επανάστασης, μια στάλα εκδίκησης προς την προδοσία του πατέρα του. Με τα δάκρυα της απογοήτευσης και το αίμα του πόνου, έγραψε στην λεπίδα του ξίφους του το όνομα του Σχίσματος, με λόγια στερνά πως στην κόλαση θα τα πούμε.

    Τραβάω το βλέμμα μου από το πορτρέτο του πρίγκιπα και κοιτώ τον εαυτό μου μέσα από το σπασμένο κομμάτι της γυάλινης κορνίζας που βρίσκεται στο χώμα, περιτριγυρισμένο από θρύψαλα κρυστάλλων της μεταμεσονύκτιας καταιγίδας. Το τελευταίο μνήμα βρίσκεται κρυμμένο στη σκιά ενός γέρικου δένδρου, που έχει χάσει όλα του τα πορφυρά του φύλλα και πλέον αυτά στολίζουν την μαρμάρινη επιγραφή, που με τα ίδια μου τα χέρια χάραξα τέσσερα γράμματα πόνου.

    Ρόζα.

    @solmeister13

    View Full
  • Μάνα, οι μέρες που σου είπα θα πετύχω (με πέτυχαν στον ύπνο, με πέτυχαν στον ύπνο).

    Μάνα, οι μέρες που ‘λεγα πως θά 'ρθουν, θα πετύχω (με στήσανε στον τοίχο, με στήσανε στον τοίχο).

    Μάνα, οι μέρες που 'λεγα πως θά 'ρθουν, θα πετύχω (με βρήκαν στο σκοτάδι, με βρήκαν στο σκοτάδι).

    Μάνα, οι μέρες που 'λεγα θα 'ρθούν και θα πετύχω παίζει να σου 'πα ψέματα για να νοιώσεις εντάξει.


    GeoRvsd - Να πάω μπροστά

    @georvsd

    View Full
  • image

    “Απόψε είμαι ολομόναχος, εγώ κι ο αυτοκινητόδρομος

    View Full
  • image

    Ναι ερωτεύομαι και δεν το μετανιώνω! Ο ρομαντισμός είναι κάτι που έχει θάφτει στα θεμέλια αυτής της κοινωνίας που όσο πάει γίνεται και πιο βάναυση! Ρομαντισμός δεν είναι το φιλί στο μάγουλο μπροστά σε όλους για να δείξεις ότι όντως είσαι μαζί με κάποιον, ρομαντισμός είναι να σου μιλάει ο άλλος για ένα πρόβλημα του και να δακρύζει πρώτα η ψυχή σου και μετά τα μάτια σου! Ρομαντισμός είναι να υπάρχει επικοινωνία μεταξύ σας μόνο με τα μάτια και το πρόσωπο, χωρίς λόγια! Κρίμα που αυτά τα χρόνια χάθηκαν χωρίς να τα ζήσουμε και εμείς…

    View Full
  • Η Πληγή που Κανείς δεν είδε

    [Σημείωση Συντάκτη]

    Το κείμενο που ακολουθεί, το αφιερώνω σε κάθε κοπέλα εκεί έξω που δεν έχει βρει ακόμα την φωνή της. Το κείμενο που ακολουθεί, το αφιερώνω σε κάθε κοπέλα εκεί έξω, που ζει καθημερινά με ένα βάρος στη συνείδηση της.

    Η ημέρα της μεγάλης γιορτής στην βασιλική αυλή, είναι γεγονός. Ακούω ένα βαρύ χτύπημα στην ξύλινη πόρτα της οικίας μου νωρίς το πρωί. Ένας από τους φρουρούς του βασιλιά μου παραδίδει την καλοφτιαγμένη και περιποιημένη πρόσκληση που ετοίμασε ο Εγωισμός για κάθε έναν από τους καλεσμένους, που συνοδεύεται από ένα ταλαιπωρημένο γράμμα διαφορετικού γραφικού χαρακτήρα. Η πρόσκληση δεν μου κινεί τόσο το ενδιαφέρον, την αφήνω να σωριαστεί απαλά πάνω στην επιφάνεια του γραφείου μου. Φέρνω στο φως της μέρας, που τρυπώνει από τα σπασμένα φύλλα του παραθύρου, το γράμμα με την χαρακτηριστική υπογραφή. Ανασφάλεια.

    Το αίμα μου παγώνει. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα ξαναδεί ποτέ από κοντά την βασίλισσα, μετά την ημέρα που με παρέδωσε στην ηλικιωμένη παραδουλεύτρα, όταν ήμουν ακόμα μικρός. Το γράμμα ήταν συστημένο, προοριζόταν για εμένα. Οι χτύποι της καρδιάς αυξάνονται, οι δείκτες του ρολογιού γδέρνουν τις σκέψεις μου καθώς η ώρα περνά, οπότε αποφασίζω να σκίσω την άκρη του χάρτινου φακέλου που κρύβει μέσα του ένα γράμμα λακωνικό.

    Συνάντησε με στο προαύλιο της εκκλησίας. Πρόσεχε να μην σε δει κανείς, οι περιπολίες θα είναι αυστηρές και αυξημένες σήμερα.

    Η βασίλισσα.

    Πριν προλάβω να κάνω την πρώτη σκέψη, ακούω τα πλήθη στο δρόμο να κατευθύνονται στην κεντρική πλατεία. Κοιτώ επιφυλακτικά απ’το σφραγισμένο παράθυρο, κανένας φρουρός δεν φαίνεται στο βάθος της ομίχλης. Σκεπάζω την κεφαλή μου με την κουκούλα του χιτώνα μου και παίρνω τον δρόμο για την εκκλησία. Γεννώνται ποικίλα διαφορετικά σενάρια στο μυαλό μου που οδηγούν στην απόγνωση, και η ανάσα ακούγεται βαριά. Διαβάζω το γράμμα για τελευταία φορά να βεβαιωθώ πως δεν έχω χάσει τον έλεγχο των φρένων μου. Την επόμενη στιγμή βρίσκομαι μπροστά στην εκκλησία.

    Η Ανασφάλεια με περιμένει με το βλέμμα της στραμμένο στο είσοδο του μεγάλου καθεδρικού ναού. Έλαβες το γράμμα μου λοιπόν, αν και δεν περίμενα να εμφανιστείς απόψε, λέει σχεδόν τραγουδιστά και γυρνά το βλέμμα της. Θα ήταν αγένεια να αρνηθώ πρόσκληση της βασίλισσας, λέω ψυχρά, προσπαθώντας να κρύψω το φανερό μου άγχος. Δεν χρειάζεται να κρύβεσαι από εμένα, λέει με ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη, γνωρίζω πως ο υιός μου απόψε επιστρέφει θέλοντας να κάνει στάχτη τα όσα χτίσαμε και ζήσαμε εγώ και ο Εγωισμός. Το στομάχι μου δένεται κόμπος καθώς η βασίλισσα με πλησιάζει. Με προσπερνά εν τέλει, και κάθεται στην άκρη του πλατύσκαλου.

    Δεν θα προδώσω τα σχέδια σας με τον Εφιάλτη και σε διαβεβαιώνω πως ο σύζυγός μου δεν γνωρίζει το ελάχιστο. Μπορεί να τον αγάπησα περισσότερο από ότι τον ίδιο μου τον εαυτό. Μπορεί να μου έταξε μια βασιλική ζωή. Μπορεί να φαντάζω ευτυχισμένη κοντά του. Όχι. Ήμουν ένα μικρό κορίτσι όταν με γνώρισε, ποιος μου υπόσχεται πως εκείνος με αγάπησε και δεν έψαχνε απλά για την πολυπόθητη βασίλισσά του; Την εποχή άλλωστε εκείνη, ο πατέρας του, του προσέφερε τον θρόνο εφόσον νυμφευόταν και αποκτούσε απογόνους που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μετά από αυτόν. Έτσι κι ο ίδιος πρόσταξε να γίνουν οι αρραβώνες του Λέοντα και του Εφιάλτη πριν τον μεγάλο και βαρύ πόλεμο του χειμώνα, λέει και σταματά για να πάρει μια ανάσα καθώς τρίβει το καλυμμένο της μάτι. Κάνω προσπάθεια να της κατεβάσω το κάλυμμα μα κάνει πίσω.

    Ο Εγωισμός δεν είναι ο βασιλιάς που γνώρισες όταν ήσουνα παιδί ακόμα. Δεν είναι ο αλαζόνας και ιδιώτης βασιλιάς με την σκληρή, σαν από πέτρα καρδιά. Δεν είναι ο εγωκεντρικός βασιλιάς που θέλει να φαίνεται ανώτερος των ήδη κατώτερων του. Είναι τόσο καλός όταν το θέλει, κι ίσως να μην φταίει αυτός, αναστενάζει και ακουμπά απαλά για ακόμα μια φορά το μάτι της, έτοιμη να ξεσπάσει σε λυγμούς.

    Βρίσκω τις πρώτες μου λέξεις. Και από εμένα τι θα ήθελες βασίλισσα μου, την ρωτάω. Εκείνη αναστενάζει για ακόμα μια φορά, σηκώνεται και ζυγώνει σε έναν μικρό νερόλακκο. Θέλω η τιμωρία του να είναι χειρότερη από το έγκλημα του, γυρνά και μου λέει απότομα. Κι αν γίνεται, να μου δώσεις την ευκαιρία να είμαι εγώ αυτή που θα στρίψει το μαχαίρι βαθιά στην τελευταία του πληγή. Κι αν ετούτο θεωρείται εσχάτη προδοσία, τιμώρησε με την εσχάτη όλων των ποινών. Άσε με να ζήσω μέχρι να τον δω να αφήνει την τελευταία του πνοή κι ύστερα, σαν καλή σύζυγος να ξεψυχήσω πλάι του, λέει και με τραβά από τον γιακά. Η ανάσα της μυρίζει κρασί, καθώς κρύος ιδρώτας αρχίζει να λούζει το σώμα μου. Μπορεί εκείνος να μην είναι ο βασιλιάς που γνώρισες, μα ούτε εγώ παρέμεινα η καλή, γλυκιά και σεβαστή βασίλισσα που ζει υπό τη σκιά του συζύγου της.

    Η βασίλισσα γυρνά πλάτη και συνεχίζει να μονολογεί, σαστισμένος την ακούω να ουρλιάζει στα βάθη των σκέψεών της. Άννα δεν θα ξαναγίνει στο υπόσχομαι, Άννα έπραττε μονάχα το ποτό, Άννα ξέρεις πως το να πίνω δεν μου κάνει καλό, Άννα δικό μου το σφάλμα. Αυτές οι φθηνές δικαιολογίες κατάντησαν εξευτελιστικά κουραστικές, λέει με τόνο υψωμένο και με κοιτά. Τον αγαπώ, τον εμπιστεύομαι, είναι ο κύρης του σπιτιού μου. Μα δεν θα γίνω παιχνίδι στα χέρια του. Όχι. Σκότωσα τον πατέρα μου με τα ίδια μου τα χέρια, ένας μέθυσος Εγωισμός δεν με φοβίζει. Τότε γιατί δεν αντιστάθηκες, ξεφεύγει η φράση από τα ματωμένα, απ’το κρύο, χείλη.

    Γιατί κάθε λάθος μου κουβέντα καταλήγει σε πόνο, σε κακοποίηση, απαντά εκείνη και το προσωπείο της εξαγριωμένης Ανασφάλειας αντικαθιστάται από μια στεγνή και ψυχρή όψη. Τα χρόνια που ο Εγωισμός ήταν ο καλός σύζυγος και στοργικός πατέρας, έληξαν άδοξα με τον χαμό του πρωτοτόκου υιού μας που αναμένεται να επιστρέψει. Από την ημέρα εκείνη, το πρόσωπο του βασιλιά άλλαξε, δεν σήκωνε άλλο την πίεση της δουλειάς του και γυρνούσε τρέμοντας από τα χωράφια. Πόσο μάλλον σε κάθε φεγγάρι, που έφτανε σπίτι τις πιο ακατάλληλες ώρες. Κοιτούσα με το πληγωμένο μάτι από την κλειδαρότρυπα και δυο φωνές μες το μυαλό μου αντηχούσαν. Η μια, προσωποποιημένο το αμάρτημα της λαγνείας που τον καλούσε να έρθει στο δωμάτιο και να μου δείξει με πάθος τι σημαίνει αγάπη. Η άλλη, στο περιθώριο των σκέψεων μου, με τραβούσε να κρυφτώ κάτω από τα σκεπάσματα με την ελπίδα πως εκείνος δεν θα χρησιμοποιούσε το ζωνάρι του για να αφήσει πληγή πάνω στο σώμα μου.

    Το κάλυμμα που κοσμούσε το μάτι της βασίλισσας πέφτει, καθώς το φως της σελήνης αντανακλά στο βρόχινο νερό της λακκούβας και φανερώνει την πληγή. Η Ανασφάλεια σηκώνει το κεφάλι της και το στρέφει προς το βλέμμα μου. Το δεξί της μάτι, φτιαγμένο στην εντέλεια, οι βλεφαρίδες έντονες, κοσμούν ένα πανέμορφο μάτι, καστανού χρώματος. Το αριστερό της μάτι από την άλλη, μελανιασμένο από την μια έως την άλλη του άκρη, κοντεύει να σφραγίσει, πρησμένο και κουρασμένο σαν τα δάχτυλα της παλάμης μου, όταν πιάνω την πένα για να γράψω.

    Να θυμάσαι αυτή την πληγή, γιατί κανείς ποτέ δεν την αντίκρισε εκτός από έναν μεθυσμένο βασιλιά. Να θυμάσαι πως ο βασιλιάς εκείνος που οι υπήκοοι του θαυμάζουν και τα μεγαλοπρεπή του έργα, δεν είναι παρά ένας φρικτός άνθρωπος, που βρίσκει ευχαρίστηση στην κακοποίηση αθώων γυναικών.

    Να θυμάσαι αυτή την πληγή, καθώς απόψε θα την καλύψω με μέικ απ για μια τελευταία φορά στο πλευρό του βασιλιά, για χάρη της μεγάλης γιορτής. Να θυμάσαι αυτή την πληγή, που μου προκάλεσε κάθε μου φοβία ως προς την μυρωδιά του κρασιού και κάθε άλλης αλκοολικής ουσίας.

    Φύγε Άννα, της λέω και με κοιτάει στα μάτια. Η πληγή δεν φαντάζει τόσο φρικτή στο σαγηνευτικό της πρόσωπο. Φύγε Άννα, της λέω μα εκείνη με πλησιάζει με αργό βήμα και το βλέμμα μου παραμένει καρφωμένο στο δικό της. Φύγε Άννα, της φωνάζω για μια τελευταία φορά καθώς κολλάει το σώμα της στο δικό μου και ανασαίνει βαριά. Εγώ δεν είμαι ο Εγωισμός, λέω και κάνω πίσω. Κάθε σου τραύμα σε εθίζει στο να θέλεις να αποκτήσεις το επόμενο, μα δεν θα αφήνεις μια ζωή τους άνδρες να σε κακοποιούν βασίλισσα μου, λέω με φωνή πνιχτή.

    Θυμήσου τα λόγια αυτά κι ας πλησιάζει το τελευταίο σας βράδυ μαζί, της λέω με φωνή που ασφυκτιά και παίρνω τον δρόμο για το βασιλικό παλάτι. Γυρνώ να την κοιτάξω για δυο στιγμές τελευταίες.

    Φύγε Άννα και μην αφήσεις κανέναν να σε αγγίξει ποτέ ξανά χωρίς τη θέληση σου.

    @solmeister13

    View Full
  • https://youtu.be/QWoqMyhuy4A

    Συναναστρέφομαι πάντα τα λάθος άτομα

    και πάντα γύρω απο αυτά θα περιστρέφομαι.

    Βαρέθηκα να δενομαι και σωστά να φέρομαι.

    View Full
  • image

    Αν έχει κολλήματα ο άνθρωπος…

    View Full
  • Πέρσυ τέτοια μέρα σου χα πει δεν θέλω δώρο,μόνο μείνε..

    View Full
  • Για τα παιδιά που παιδιά είναι ακόμα κι ας μεγαλώσαμε μαζί τόσα χρόνια…


    Μαύρη Τετάρτη

    View Full
  • Ο Γελωτοποιός που έκανε Απόπειρα

    Το μπουκάλι σέρνεται αργά και βασανιστικά στο ξύλινο πάτωμα, που έχει ποτίσει κρασί. Οι τελευταίες σταγόνες βρίσκονται στο χείλος του στομίου, και η μια μετά την άλλη χάνονται στο κενό. Το στομάχι σφίγγει, η πένα ασφυκτιά ανάμεσα στα παγωμένα και ματωμένα δάχτυλα της παλάμης μου. Νιώθω ένα κόμπο στον λαιμό μου, κατεβάζω λίγα εκατοστά το ζιβάγκο, ενώ κρύος ιδρώτας αρχίζει να λούζει το πρόσωπό μου. Το βλέμμα δεν μπορεί να εστιάσει, το κεφάλι κάνει νευρικές κινήσεις, καθώς η ανάσα γίνεται όλο και πιο βαριά και μετατρέπεται σε ένα διεστραμμένο γέλιο.

    Νομίζω ήρθε η ώρα να σας διηγηθώ μια ιστορία. Μια ιστορία που πήρε μορφή και χαράχτηκε στην μνήμη ενός θλιμμένου ποιητή, μια κρύα μέρα του χειμώνα.

    Η ιστορία μας αρχίζει μερικούς μονάχα μήνες πριν, στην μεγάλη γιορτή που αναφέραμε νωρίτερα. Ο Εγωισμός, θέλοντας για ακόμη μια φορά να προκαλέσει τον θαυμασμό, μα και τον ζήλο μεταξύ των καλεσμένων, πρόσταξε να καλέσουν τον καλύτερο του γελωτοποιό για να διασκεδάσει τα πλήθη. Ο βασιλιάς έδωσε άδεια στην ορχήστρα να αποχωρήσει, αφήνοντας τον υιό του με μια απορία ζωγραφισμένη στο βλέμμα. Ο ίδιος, εάν και δεν διέκρινες το μειδίαμα κάτω από την μάσκα, σταύρωσε τα χέρια του και περίμενε υπομονετικά, φανερά ευχαριστημένος. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται κοντά του, αποφάσισα κι εγώ ο ίδιος να δω τι συμβαίνει από απλή περιέργεια. Ο Εφιάλτης μου έγνεψε να μην πλησιάσω μα δεν έδωσα σημασία. Ο βασιλιάς άλλωστε δεν ήταν ο μόνος που φορούσε μάσκα εκείνο το βράδυ.

    Η φιγούρα ενός μικροσκοπικού άνδρα κάνει την εμφάνιση της, ο Εγωισμός με αυστηρό τόνο τον προστάζει να πλησιάσει και να αρχίσει την παράσταση του. Το βλέμμα του βρίσκεται κολλημένο. Ο βασιλιάς δείχνει εξοργισμένος, σηκώνεται από την θέση του και πιάνει με δύναμη τον γελωτοποιό από τον γιακά. Του ψιθυρίζει λίγες λέξεις στο αυτί και επιστρέφει στην θέση του με τα κενά μάτια του προσωπείου καρφωμένα στον γελωτοποιό. Εκείνος με όψη σκοτεινή, αρχίζει το πιο άχαρο και πληκτικό νούμερο που έχει παρουσιαστεί ποτέ στην βασιλική αυλή, οι καλεσμένοι παρά τον αρχικό τους ενθουσιασμό, πλέον δεν έχουν λόγο να ζηλεύουν τα υπάρχοντα του Εγωισμού, τα χλευάζουν, τα θεωρούν άξια κοροϊδίας. Ο Εγωισμός εξαγριώνεται, τα άκρα του προσώπου του φαίνεται να έχουν κοκκινίσει ενώ στάζουν ιδρώτα, και το πέλμα του χτυπάει με νευρικό τρόπο το δάπεδο. Τα βλέμματα των καλεσμένων κοιτούν ταυτόχρονα τον βασιλιά και τον γελωτοποιό, ο οποίος συνειδητοποιεί πως δεν καταφέρνει να διασκεδάσει το πλήθος με επιτυχία. Προσπαθεί να αποφύγει τον βασιλιά, κοιτά την οροφή της σάλας, και πίσω από την κομμένη του ανάσα σιγοτραγουδάει μια μελωδία. Αποφασίζει να βγάλει έναν άσσο απ΄το μανίκι του, και να ξεκινήσει τα διάφορα ανέκδοτα ώστε να προκαλέσει το γέλιο στους καλεσμένους.

    Η μελωδία που κρυβόταν τόση ώρα πίσω από το μισόκλειστο στόμα του γελωτοποιού, μετατρέπεται σε ένα νεκρό άσμα, καθώς το πλήθος παγώνει κοιτάζοντάς τον. Παρασύρθηκε απόψε, σκέφτομαι καθώς απομακρύνομαι διστακτικά από το πλήθος. Κοιτώ πίσω για μια στιγμή και αντικρίζω τον βασιλιά. Δεν δείχνει ικανοποιημένος. Η μελωδία κάτω από την μάσκα του μικροσκοπικού άνδρα αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, με κάνει να ανατριχιάσω σε συνδυασμό με το συνωμοτικό βλέμμα που μου έριξε λίγο πριν ξεστομίσει την επόμενή του φράση. Υψώνει την μαρότα, ένα μικρό σκήπτρο με σκαλισμένες επάνω του περίτεχνα τις μορφές του δράματος και της κωμωδίας, αλλάζει πρόσωπο και προσπαθεί να καλύψει το κάπως εσφαλμένο του αστείο. Η όψη του Εγωισμού δεν αλλάζει.

    Νιώθω ένα χέρι στον ώμο μου. Γυρνώ απότομα και αντικρίζω τον Εφιάλτη, πίσω του η Θέλξη που κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά, καθώς τόση ώρα είχαν αποσυρθεί στην κάμαρα τους, με μάτια καρφωμένα στο σόου του γελωτοποιού. Που ήσουν, τον ρωτάω καθώς παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου τον γελωτοποιό να προσπαθεί να διασκεδάσει το κοινό του, σε μια αποτυχημένη του προσπάθεια να αναπαραστήσει μια αρχαία τραγωδία. Υπάρχει λόγος που έλειψα από την παράσταση του, απαντά ο Εφιάλτης λακωνικά, κοιτάζοντας την Θέλξη πριν ακολουθήσει σιωπή. Τι συμβαίνει με τον γελωτοποιό, γιατί συμπεριφέρεται έτσι, ρωτάω για ακόμη μια φορά, κοιτάζοντας ταυτόχρονα την σιωπηλή κοπέλα που συνόδευε τον πρίγκιπα. Η μελωδία που ακούς είναι νεκρή. Ο γελωτοποιός που βλέπεις μπρος σου δεν ζει και τα όσα τραγουδά, προηχογραφημένα είναι. Η Θέλξη αναστενάζει, καθώς συγκρατεί τα δάκρυα πριν κυλήσουν από τα μάτια της.

    Κάποιοι δεν μεγαλώσανε ποτέ, λέει ο Εφιάλτης καθώς απομακρύνεται, έχοντας την Θέλξη στο πλευρό του. Το καθεστώς ετούτο είναι σάπιο, ακούω την κοπέλα να ψιθυρίζει βουρκωμένη, χωρίζει δρόμους μα κάποτε θα ανταμώσουμε. Εκείνη η πρόταση δεν τελείωσε ποτέ, η Θέλξη ξέσπασε σε λυγμούς, καθώς μαζί με τον Εφιάλτη κατευθύνονται προς την κάμαρά τους.

    Στρέφομαι προς το πλήθος, μα πριν προλάβω να κάνω το πρώτο βήμα βλέπω τον γελωτοποιό να τρέχει προς την έξοδο γελώντας βαριά, καθώς τα λόγια του εκφράζουν μια ειρωνεία ως προς το πρόσωπο του βασιλιά, ο οποίος διατάζει τους φρουρούς να τον συλλάβουν. Τα λόγια του, αφιλτράριστα και ωμά, κι όμως τόσο ξεκαρδιστικά γελοία ως προς τον Εγωισμό, που παρατηρεί κανείς όλους τους καλεσμένους να διασκεδάζουν. Συνεχίζει την παράστασή του, αυτή τη φορά όμως αναπαριστά με επιτυχία μια σατιρική κωμωδία, αλλάζοντας προσωπικότητες, κοροϊδεύοντας τον Εγωισμό, την Ανασφάλεια, το καθεστώς του Βασιλείου, μέχρι και τους ίδιους τους φρουρούς, που απελπισμένοι καθώς ήταν και κουρασμένοι, προσπαθούσαν να τον αιχμαλωτίσουν.

    Ο βασιλιάς εξοργισμένος αποσύρεται, ενώ διατάζει όλη την βασιλική φρουρά να καταδιώξει τον γελωτοποιό στα πιο σκοτεινά δρομάκια του Βασιλείου. Εκείνος κατευθύνεται προς την μεγάλη έξοδο, μα απορημένος τον παρατηρώ. Αγάπησα τα άβολα φίλτατε, μου φωνάζει από μακριά, ίσως να σου ανοίχτηκα παραπάνω, μα μάθε πως όλο αυτό ήταν μια απόπειρα. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του γελωτοποιού πριν χαθεί στην ομίχλη που πλημυρίζει απόψε τους δρόμους του Βασιλείου.

    Το ίδιο βράδυ, επισκέπτομαι τον Εφιάλτη, εν αναμονή της επιστροφής του αδερφού του. Δεν σχολίασε ούτε στο ελάχιστο το περιστατικό με τον γελωτοποιό, κι ας περίμενα έστω και μια του λέξη. Η Θέλξη πως είναι, τον ρώτησα με δισταγμό, καταπίνοντας μια μπουκιά ψωμί. Σοκαρισμένη, απαντά ο πρίγκιπας μονολεκτικά για ακόμη μια φορά. Κάθεται στο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί στο δεξί του χέρι και άδειο το αριστερό. Η αναμονή μας βρήκε σιωπηλούς για την υπόλοιπη ώρα, οι επόμενες λέξεις βγήκαν επιλεκτικά από το στόμα του στην αντάμωση των δύο πριγκίπων. Παραμένω σιωπηλός μα κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου αντηχεί εκείνη η μελωδία.

    Τώρα θα περιμένετε να ακούσετε το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας αυτής. Η απάντηση βρίσκεται πλάι στο σώμα του νεκρού Λέοντα. Οι ιδεολογίες και σκέψεις του, τον ώθησαν να συνειδητοποιήσει πως όλα είναι ένα ψέμα. Όπως και η ιστορία που διαβάζετε αυτή τη στιγμή. Είναι ψεύτικη. Άλλωστε όλα είναι κομμάτι του σόου.

    Οι μάσκες του Εγωισμού και της Ανασφάλειας είναι κομμάτι του σόου. Είναι η απλή ενδυμασία που κρύβει τα πραγματικά τους πρόσωπα, και τα αλλάζει με τα ψυχρά προσωπεία της υποκρισίας.

    Οι Πρίγκιπες μιας Χρήσης είναι κομμάτι του σόου. Είναι οι τραγικοί πρωταγωνιστές μιας τελευταίας παράστασης άδοξου τέλους στα πεδία των μαχών.

    Η επανάσταση, το Σχίσμα είναι κομμάτι του σόου. Είναι ο σιωπηλός θίασος, αποτελείται από ένα πλήθος νεαρών κομπάρσων, που αναμένουν την τελευταία σκηνή.

    Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είναι κομμάτι του σόου. Είναι οι χαρακτήρες εκείνοι, που θα αποτελέσουν την αφορμή για να γεννηθεί η επανάσταση αλλά και η αιτία να καταπνιγεί στο ίδιο της το αίμα.

    Μα τίποτα δεν διαρκεί για πάντα αγαπητοί αναγνώστες. Θα έρθει η στιγμή που η αυλαία θα πέσει και το σόου θα τελειώσει. Όλα όσα ζούμε έχουν ένα άδοξο τέλος, και αυτό είναι που τα κάνει μαγικά. Η αθανασία-ευτυχώς-δεν συμπεριλαμβάνεται στο εισιτήριο μας. 

    @solmeister13

    View Full
  • ένα χρόνο πριν ανταλλάζαμε όρκους αγάπες που είναι ολα εκείνα

    ποσά μου πες θα κάνεις για λίγο γυρνά πίσω κοιτά

    για μένα δεν έσβησε τίποτα τι και αν δεν είσαι πια ίδια

    χάνω χρόνο προσπαθώντας πίσω να σε φέρω

    ξέρεις πως μόνο εγώ τόσο καλά σε ξέρω

    τόσο πόνο έχεις κάνει να νιώσω υποφέρω

    μα ορκίστηκα πως να σε ξεχάσω θα καταφέρω

    @dpans @marseaux @sikonebrando @georvsd

    -Πέρσι τέτοια μέρα-

    View Full
  • Ξέρει τα όρια της αλλά τα ξεπερνά,

    θέλει κάποιον να νιώσει γυναίκα ξανά

    πρέπει να κοιτάξει μέσα της πιο βαθιά

    αλλά συμπεριφέρεται αυτοκαστροφικά.

    @dpans

    View Full